navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανήλιαγος

ανήλιαγος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν φωτίζεται από τον ήλιο, συνών. ανήλιαστος, ανήλιος, αντών. ευήλιος, ηλιόλουστος, προσήλιος
  2. (μτφ.) ο άβγαλτος στη ζωή, ο αθώος.

Ετυμολογία

< αν- + ήλιαγος < λιάζω

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Από τον Τύπο

«Ο βασιλιάς Τρικάρδος είχε ένα πανέμορφο γιό, τον Ανήλιαγο, επειδή δεν έπρεπε ποτέ να τον δει ο Ήλιος. Ο Ανήλιαγος, όταν έγινε ο ίδιος βασιλιάς, γνώρισε και αγάπησε την Κυρά - Ρήνη, και κάθε νύκτα την επισκεπτόταν, αλλ' έφευγε πάντα πριν ξημερώσει. Η Κυρά - Ρήνη λοιπόν, επειδή ο βασιλιάς Ανήλιαγος δεν της έλεγε γιατί φεύγει πάντα τόσο πρωί, ζήλεψε μην τυχόν υπάρχει κάποια άλλη αντίζηλη, και μια βραδιά αποφάσισε να τον εξαπατήσει. Έσφαξε λοιπόν όλα τα κοκόρια τού πύργου με αποτέλεσμα ο Ανήλιαγος να μην αντιληφθεί το ξημέρωμα και την απειλητική άφιξη του ηλίου, δεν ξύπνησε έγκαιρα, έμεινε μέχρι αργά και όταν έφυγε δεν άργησε να τον δει ο ήλιος στο ποτάμι. Έτσι ο βασιλιάς Ανήλιαγος έσβησε για πάντα». [Αιτωλικός μύθος]. Στο βασιλιά του Τρίκαρδου, το μοναχό παιδί οι μοίρες που το μύρωσαν κατάρα είχαν κάνει πως άμα ο ήλιος το ειδή ευθύς θε να πεθάνει Κι’ ο βασιλιάς πατέρας του μ’ ελπίδα να σωθεί από του ήλιου το κακό και φλογισμένο μάτι τώχτισε επίτηδες βαθύ μέσα στη γη παλάτι…

Απόσπασμα από το ποίημα «Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος» του Γεώργιου Δροσίνη.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανήλιαγος», σ. 90. https://navalhistory.gr/lexiko/ανηλιαγοσ/