ανατολή
η, ουσ.
- η εμφάνιση του ήλιου στον ορίζοντα, συνών. αυγή, χάραμα λυκαυγές
- (συνεκδ.) η πρωινή ώρα κατά την οποία εμφανίζεται ο ήλιος
- το σημείο του ορίζοντα από το οποίο εμφανίζεται ο ήλιος
- [ως κύρ. όν.:] α) (γεωγρ.) το σύνολο των χωρών και φυσικά των λαών που βρίσκονται ανατολικά της Ευρώπης, β) το ανατολικό τμήμα της χώρας ή κάποιου άλλου χώρου, γ) (πολιτ.) οι χώρες εκείνες που συγκροτούσαν κάποτε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας
- (μτφ.) αρχή, ξεκίνημα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνατέλλω.
Παράγωγα
ανατολικός, ανατολισμός, ανατολιστής, ανατολίτης [= 1. αυτός που προέρχεται από ανατολικές χώρες, 2. αυτός που έχει τις συνήθειες των λαών της Ανατολής].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανατολή», σ. 85. https://navalhistory.gr/lexiko/ανατολη/