navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αναπληρώνω

αναπληρώνω

ρ. [μετβ.]

  1. γεμίζω ξανά
  2. αντικαθιστώ πρόσωπο σε χώρο εργασίας, υποκαθιστώ.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀναπληρόω, -ῶ.

Παράγωγα

αναπλήρωμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναπληρώνω», σ. 82. https://navalhistory.gr/lexiko/αναπληρωνω/