ανθυπασπιστής
ο, ανθυπασπίστρια, η, ουσ.
(στρατ.) α) βαθμοφόρος του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ο ανώτερος των υπαξιωματικών [δηλ. του αρχικελευστή, του επικελευστή, του κελευστή και του Διόπου], β) κατώτερος βαθμός αξιωματικού στον Στρατό Ξηράς, ανώτερος από τον αρχιλοχία και κατώτερος από τον ανθυπολοχαγό, γ) βαθμοφόρος της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον αρχισμηνία και κατώτερος από τον ανθυποσμηναγό, δ) αντίστοιχος βαθμός στην Ελληνική Χωροφυλακή η οποία, το 1984, καταργήθηκε ως σώμα και συγχωνεύθηκε με την Αστυνομία Πόλεων.
Ετυμολογία
< ανθ- [αρχ. ἀνθ- < ἀντ(ι)-] + υπασπιστής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανθυπασπιστής», σ. 91. https://navalhistory.gr/lexiko/ανθυπασπιστησ/