αμματίζω
ρ. [μετβ.]
- δένω κάτι με κόμπο
- φτιάχνω θηλιά
- α) συνενώνω, με πλέξη δύο σχοινιά, συνών. ματίζω, β) συναρμολογώ
- φτιάχνω γυναικείο κότσο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἁμματίζω, < ομηρ. λ. ἅπτω [= δένω, προσδένω, συνενώνω, συγκολλώ].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμματίζω», σ. 71. https://navalhistory.gr/lexiko/αμματιζω/