navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αμματίζω

αμματίζω

ρ. [μετβ.]

  1. δένω κάτι με κόμπο
  2. φτιάχνω θηλιά
  3. α) συνενώνω, με πλέξη δύο σχοινιά, συνών. ματίζω, β) συναρμολογώ
  4. φτιάχνω γυναικείο κότσο.

Ετυμολογία

< αρχ. ἁμματίζω, < ομηρ. λ. ἅπτω [= δένω, προσδένω, συνενώνω, συγκολλώ].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμματίζω», σ. 71. https://navalhistory.gr/lexiko/αμματιζω/