αλεξιπτωτιστής
ο, αλεξιπτωτίστρια, η, ουσ.
- αυτός που χρησιμοποιεί αλεξίπτωτο
- (στρατ.) στρατιώτης, που υπηρετεί στις ειδικές δυνάμεις, και είναι ειδικά εκπαιδευμένος για πτώσεις από αεροπλάνο
- (μτφ.) α) αυτός που εμφανίζεται στη ζωή μας ξαφνικά, ο ουρανοκατέβατος, β) υπάλληλος κρατικής υπηρεσίας διορισμένος παράνομα.
Ετυμολογία
< αλεξίπτωτ(ον) -ιστής -τρια, μτφρδ. από τη γαλλ. parachutiste.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλεξιπτωτιστής», σ. 63. https://navalhistory.gr/lexiko/αλεξιπτωτιστησ/