navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αεροπλανοφόρο

αεροπλανοφόρο

το, ουσ.

αεροπλανοφόρο, εικόνα από το έντυπο

(στρατ.) πολεμικό πλοίο που μεταφέρει μεγάλο αριθμό αεροπλάνων και είναι κατάλληλα κατασκευασμένο για να επιτρέπει απογειώσεις και προσγειώσεις αεροπορικών σκαφών.

Ετυμολογία

< αεροπλάνο + - φόρον, ουδ. του - φόρος, μτφρδ. από την αγγλ. aircraft carrier.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αεροπλανοφόρο», σ. 46. https://navalhistory.gr/lexiko/αεροπλανοφορο/