αιφνιδιασμός
ο, ουσ.
- οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί στο ξάφνιασμα, στην ανατροπή
- (στρατ.) ξαφνική στρατιωτική ενέργεια για να βρει απροετοίμαστο τον αντίπαλο.
Ετυμολογία
< αιφνιδιάζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιφνιδιασμός», σ. 53. https://navalhistory.gr/lexiko/αιφνιδιασμοσ/