navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αιφνιδιασμός

αιφνιδιασμός

ο, ουσ.

  1. οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί στο ξάφνιασμα, στην ανατροπή
  2. (στρατ.) ξαφνική στρατιωτική ενέργεια για να βρει απροετοίμαστο τον αντίπαλο.

Ετυμολογία

< αιφνιδιάζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιφνιδιασμός», σ. 53. https://navalhistory.gr/lexiko/αιφνιδιασμοσ/