αλειά
η, ουσ.
- αλιεία ψαριών, ψάρεμα
- (συνεκδ.) η ποσότητα των ψαριών που αλιεύθηκαν, η ψαριά.
Ετυμολογία
< αρχ. ἁλιεία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλειά», σ. 63. https://navalhistory.gr/lexiko/αλεια/