navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αλειά

αλειά

η, ουσ.

  1. αλιεία ψαριών, ψάρεμα
  2. (συνεκδ.) η ποσότητα των ψαριών που αλιεύθηκαν, η ψαριά.

Ετυμολογία

< αρχ. ἁλιεία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλειά», σ. 63. https://navalhistory.gr/lexiko/αλεια/