άλγος
το ουσ.
αίσθηση πόνου αλλά και λύπης, συνών. οδύνη, θλίψη.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄλγος, τό, πληθ. ἄλγεα, τα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άλγος», σ. 63. https://navalhistory.gr/lexiko/αλγοσ/