αλάρμ
το, άκλ. ουσ.
(τεχνολ.) α) ειδικό όργανο συναγερμού, β) μηχανισμός ρολογιού που χρησιμεύει σαν ξυπνητήρι, γ) φωτισμός οχήματος για τη θέση της προσωρινής στάθμευσης.
Ετυμολογία
< αγγλ. alarm.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλάρμ», σ. 62. https://navalhistory.gr/lexiko/αλαρμ/