αεροφυλάκιο
το, ουσ.
(τεχνολ.) φιάλη αποθήκευσης πεπιεσμένου αέρα που παράγεται από τους συμπιεστές.
Ετυμολογία
< αέρ(ας) + -ο- + φυλάκιο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αεροφυλάκιο», σ. 47. https://navalhistory.gr/lexiko/αεροφυλακιο/