ακουστική
η, ουσ.
- [ως κυρ. όν.] (φυσ.) κλάδος της Φυσικής που ασχολείται με το σύνολο των φαινομένων που σχετίζονται με την παραγωγή, τη διάδοση και τη λήψη του ήχου
- η μετάδοση του ήχου σ’ ένα συγκεκριμένο χώρο.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < γαλλ. acoustique < αρχ. ἀκουστικόν [= η ικανότητα της ακοής] + [κατάλ.] -ique [= -ική].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακουστική», σ. 57. https://navalhistory.gr/lexiko/ακουστικη/