ακούσιος
-α, -ο, επίθ.
αυτός που γίνεται χωρίς πρόθεση, συνών. αβούλητος, αθέλητος, αντών. εκούσιος, ηθελημένος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀκούσιος, -ον < ἀ- [στερητ.] + (ἑ)κούσιος.
Επιρρήματα
ακούσια [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακούσιος», σ. 57. https://navalhistory.gr/lexiko/ακουσιοσ/