αερομηχανική
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(φυσ.) κλάδος της μηχανικής που μελετά την κίνηση και ισορροπία του ατμοσφαιρικού αέρα και διαφόρων άλλων αερίων.
Ετυμολογία
< αγγλ. aeromechanics < αέρ(ας) + -ο- + μηχανική.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αερομηχανική», σ. 46. https://navalhistory.gr/lexiko/αερομηχανικη/