αεροζόλ
το, άκλ. ουσ.
- (χημ.) υγρή δηλητηριώδης ουσία που χρησιμοποιείται σε ψεκασμούς κλειστών και ανοικτών χώρων, σήμερα ξεπερασμένο αγοραστικά
- (τεχνολ.) συσκευή για ψεκασμούς.
Ετυμολογία
< αγγλ. aerosol < aerosolution [= αεροδιάλυμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αεροζόλ», σ. 45. https://navalhistory.gr/lexiko/αεροζολ/