navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αεροζόλ

αεροζόλ

το, άκλ. ουσ.

  1. (χημ.) υγρή δηλητηριώδης ουσία που χρησιμοποιείται σε ψεκασμούς κλειστών και ανοικτών χώρων, σήμερα ξεπερασμένο αγοραστικά
  2. (τεχνολ.) συσκευή για ψεκασμούς.

Ετυμολογία

< αγγλ. aerosol < aerosolution [= αεροδιάλυμα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αεροζόλ», σ. 45. https://navalhistory.gr/lexiko/αεροζολ/