αζωτούχος
-α, -ο, επίθ.
αυτός που περιέχει στο σώμα του το χημικό στοιχείο άζωτο.
Ετυμολογία
< άζωτο + -ούχος < έχω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αζωτούχος», σ. 48. https://navalhistory.gr/lexiko/αζωτουχοσ/