αερόστατο
το, ουσ.

(τεχνολ.) πτητική συσκευή κατασκευασμένη από ένα μεγάλο μπαλόνι γεμάτο με θερμό αέρα, υδρογόνο ή ήλιο, και από ένα καλάθι, κατάλληλο για τη μεταφορά επιβατών και μηχανικών ή επιστημονικών οργάνων, συνών. αερόπλοιο.
Ετυμολογία
< γαλλ. aérostate < aéro- [= αερο-] + state < αρχ. στατός < αρχ. ἵσταμαι [= στέκομαι, υπερασπίζομαι] μεσοπαθητική φ. του ἵστημι.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αερόστατο», σ. 47. https://navalhistory.gr/lexiko/αεροστατο/