αεροναυαγοσώστης
ο, ουσ.
(στρατ.) 1. πρόσωπο που βρίσκεται σε ελικόπτερο και χρησιμοποιεί διάφορα μέσα, όπως: γάντζο, ανεμόσκαλα, βαρούλκο κ.λπ. ή που αναλαμβάνει ο ίδιος, αιωρούμενος με συρματόσχοινο, τη διάσωση ναυαγών.
Ετυμολογία
< αέρ(ας) + -ο- + ναυαγό(ς) + σώστης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αεροναυαγοσώστης», σ. 46. https://navalhistory.gr/lexiko/αεροναυαγοσωστησ/