αεί
επίρρ.
- πάντοτε, αιωνίως, διαπαντός
- ως πρώτο συνθετικό σε πολλές σύνθετες λέξεις προσδίδει στο δεύτερο συνθετικό την έννοια του διαρκούς π.χ. αειθαλής, αεικίνητος, αειμακάριστος, αειπάρθενος, αειφόρος, αείποτε, αείφυλλος, αείμνηστος κ.ά.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀεί < αἰεί, αἰέν.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αεί», σσ. 43-44. https://navalhistory.gr/lexiko/αει/