navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αγωγός

αγωγός

ο, ουσ.

  1. σωλήνας για τη μεταφορά νερού, συνών. υδραγωγός, υδρορροή
  2. ειδικός σωλήνας δικτύου για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας
  3. (φυσ.) υλικά σώματα των οποίων τα άτομα διαθέτουν ελεύθερα ηλεκτρόνια.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀγωγός < ἄγω [= οδηγώ, φέρω].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγωγός», σ. 41. https://navalhistory.gr/lexiko/αγωγοσ/