αγωγός
ο, ουσ.
- σωλήνας για τη μεταφορά νερού, συνών. υδραγωγός, υδρορροή
- ειδικός σωλήνας δικτύου για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας
- (φυσ.) υλικά σώματα των οποίων τα άτομα διαθέτουν ελεύθερα ηλεκτρόνια.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀγωγός < ἄγω [= οδηγώ, φέρω].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγωγός», σ. 41. https://navalhistory.gr/lexiko/αγωγοσ/