αβαθής
-ής, -ές, επίθ. [γεν. -ούς] [αβαθέστερος, -έστατος]
- αυτός που έχει περιορισμένο ή καθόλου βάθος, συνών. ρηχός, άβαθος, ανάβαθος, αντών. βαθύς
- (μτφ.) αυτός που αντιμετωπίζει με επιφανειακό ή επιπόλαιο τρόπο τα διάφορα προβλήματα, συνών. επιπόλαιος, επιφανειακός, ανούσιος, (φρ.) άβαθη σκέψη / αντίληψη / γνώση, αντών. ουσιαστικός, περιεκτικός
- (ως ουσ.) τα αβαθή, υπερυψωμένο σημείο του βυθού, θαλάσσιου ή ποτάμιου ή λιμναίου, σε σχέση με την ευρύτερη περιοχή, που εγκυμονεί μεγάλο κίνδυνο για την πλεύση των σκαφών, τα ρηχά νερά, (φρ. αρχ.) ἀβαθεῖς ὕδατα, [νεοελλ.] αβαθή ύδατα, ἀβαθεῖς ἀκταί, [νεοελλ.] αβαθείς ακτές.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀβαθής < α- [στερητ.] + βάθος.
Παράγωγα
αβάθεια.
Επιρρήματα
άβαθα, αβαθώς [επίρρ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Σημείωμα
«Σε αβαθή νερά στα ανοιχτά της Σαμοθράκης προσάραξε χθες τα ξημερώματα η φρεγάτα «Έλλη», με αποτέλεσμα να καθυστερήσει για ορισμένες ώρες την τελική φάση της διακλαδικής άσκησης «Παρμενίων». Συγκεκριμένα, λίγο μετά τις 3 τα ξημερώματα, η φρεγάτα κόλλησε σε αμμώδη αβαθή στην περιοχή Καμαριώτισσα της Σαμοθράκης, γεγονός το οποίο οδήγησε στην ακύρωση του συγκεκριμένου σκέλους της αποβατικής άσκησης. Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, η προσάραξη οφείλεται σε ανθρώπινο λάθος και, συγκεκριμένα, σε κακό υπολογισμό.
[05/10/19 εφημερίδα Καθημερινή].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αβαθής», σ. 29. https://navalhistory.gr/lexiko/αβαθησ/