ρηχός
ή, -ό, επίθ.
- αυτός που δεν έχει βάθος (φρ.) «ρηχή θάλασσα», «ρηχά νερά»,
- (μτφ.) φτωχή σκέψη
- (για πρόσωπα) αυτός που φανερώνει επιπολαιότητα, που δεν εξετάζει τα πράγματα σε βάθος.
Ετυμολογία
< αρχ. ουσ. ἡ, ῥηχός [= ακανθώδης θάμνος, φράχτης από θάμνους ή φρύγανα, ή πλεχτός φράχτης κατάλληλος για το ψάρεμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρηχός», σ. 731. https://navalhistory.gr/lexiko/ρηχοσ/