navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άβαθος

άβαθος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν έχει μεγάλο ή αρκετό ή καθόλου βάθος, συνών. ρηχός, ανάβαθος, αβαθής, «άβαθο πηγάδι» «άβαθη κοίτη / όχθη / σπηλιά», «άβαθα [επίρρ.] νερά»,
  2. (μτφ.) αυτός που σκέπτεται φτωχά, που δεν τον διακρίνει η αναλυτική ή διεισδυτική σκέψη, συνών. επιπόλαιος, ρηχός, ανούσιος
  3. (λογοτ.) αυτός που δεν μπορούμε να υπολογίσουμε το βάθος του, πολύ βαθύς, άπατος.

Ετυμολογία

< α- [στερητ.] + βάθος.

Συνώνυμα στο λεξικό

Σημείωμα

Πήδηξε ο Άγρας στ' άβαθα νερά και τον ακολούθησαν τα παλικάρια του, μαζί και ο Αποστόλης, και ρίχθηκαν στην είσοδο της καλύβας. Το μέρος εκείνο ήταν βούρκος πηχτός και γλιστερός, γεμάτος φυτά που μπερδεύουνταν στα πόδια. Μα τίποτα δε σταματούσε τον Άγρα. Πρώτος αυτός προχωρούσε, παλεύοντας με τά εμπόδια του βάλτου, άδειαζε αδιάκοπα το τουφέκι του, εγκαρδίωνε τους άντρες του.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Τα μυστικά του βάλτου», της Πηνελόπης Σ. Δέλτα, πρώτη έκδοση: 1937, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2009.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άβαθος», σσ. 29-30. https://navalhistory.gr/lexiko/αβαθοσ/