ωμός
-ή, -ό, επίθ.
- (τρόφ.) για τρόφιμα που τρώγονται ελάχιστα βρασμένα ή ψημένα, συνών. άβραστος, άψητος, [για καρπούς] άγουρος
- (μτφ.) ο σκληρός άνθρωπος, ο κυνικός.
Ετυμολογία
< αρχ. ὠμός, -ή, -όν, [= 1. άψητος, 2. άγουρος, 3. (μτφ.) άγριος, τραχύς, σκληρός, άξεστος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ωμός», σ. 933. https://navalhistory.gr/lexiko/ωμοσ/