navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χώρος

χώρος

ο, ουσ.

  1. εδαφική έκταση, τόπος, περιβάλλον, περιοχή
  2. (μτφ.) επαγγελματικός ή επιστημονικός τομέας
  3. (φιλοσ.) το άπειρο διάστημα εντός του οποίου κινείται η ύλη
  4. (φρ.) «νεκρός / ελεύθερος / στενός / ζωτικός / εναέριος / θαλάσσιος / κενός / επιζήμιος / ανοικτός / κλειστός χώρος».

Ετυμολογία

< αρχ. χῶρος.

Σύνθετα

χωροστάθμηση, χωροσταθμώ. Ψ

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χώρος», σσ. 925-926. https://navalhistory.gr/lexiko/χωροσ/