χώρος
ο, ουσ.
- εδαφική έκταση, τόπος, περιβάλλον, περιοχή
- (μτφ.) επαγγελματικός ή επιστημονικός τομέας
- (φιλοσ.) το άπειρο διάστημα εντός του οποίου κινείται η ύλη
- (φρ.) «νεκρός / ελεύθερος / στενός / ζωτικός / εναέριος / θαλάσσιος / κενός / επιζήμιος / ανοικτός / κλειστός χώρος».
Ετυμολογία
< αρχ. χῶρος.
Σύνθετα
χωροστάθμηση, χωροσταθμώ. Ψ
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χώρος», σσ. 925-926. https://navalhistory.gr/lexiko/χωροσ/