χωρομετρία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- η καταμέτρηση κάποιας εδαφικής έκτασης με χρήση τοπογραφικών οργάνων και η σχεδιαστική απεικόνιση υπό κλίμακα σε χαρτί, συνών. χωρομέτρηση
- ο επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τις διάφορες χωρομετρήσεις εδαφών, για λόγους πολεοδομικούς, χωροταξικούς ή εμπορικούς.
Ετυμολογία
< χωρομετρῶ.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χωρομετρία», σ. 925. https://navalhistory.gr/lexiko/χωρομετρια/