Ψ, ψ, ψι
το, άκλ. ουσ.
α) το εικοστό τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, ένα από τα 17 σύμφωνα, β) [χωρίς κανένα διακριτικό σημάδι, κατά παράδοση ή καταχρηστικά] Ψ ή ψ [= εικοστός τρίτος, -η, -ο,]
Ετυμολογία
< μτγν. ψῖ < αρχ. ψεῖ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Ψ, ψ, ψι», σ. 926. https://navalhistory.gr/lexiko/ψ-ψ-ψι/