χειμασία
η, ουσ.
- διαχείμαση, ξεχειμώνιασμα
- τόπος προφυλαγμένος από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, αλλά και χώρος κατάλληλος για διαχείμαση, χειμάδι(ον)
- σφοδρή κακοκαιρία.
Ετυμολογία
< αρχ. χειμασία [= το πέρασμα του χειμώνα, το ξεχειμώνιασμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χειμασία», σ. 913. https://navalhistory.gr/lexiko/χειμασια/