navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χειμασία

χειμασία

η, ουσ.

  1. διαχείμαση, ξεχειμώνιασμα
  2. τόπος προφυλαγμένος από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, αλλά και χώρος κατάλληλος για διαχείμαση, χειμάδι(ον)
  3. σφοδρή κακοκαιρία.

Ετυμολογία

< αρχ. χειμασία [= το πέρασμα του χειμώνα, το ξεχειμώνιασμα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χειμασία», σ. 913. https://navalhistory.gr/lexiko/χειμασια/