navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χαλυβ(δ)ώνω

χαλυβ(δ)ώνω

ρ. [μετβ.]

  1. μετατρέπω το σίδερο σε ατσάλι
  2. (μτφ.) καθιστώ κάποιον ή κάτι ανθεκτικό σαν το ατσάλι, τον δυναμώνω ψυχικά και σωματικά για να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες και τα προβλήματά του, συνών. ατσαλώνω.

Ετυμολογία

< χαλύβδ(ινος) - ώ > -ώνω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χαλυβ(δ)ώνω», σ. 909. https://navalhistory.gr/lexiko/χαλυβδωνω/