χαλύβδινος
-ινη, -ινο, επίθ.
- αυτός που είναι φτιαγμένος από χάλυβα, συνών. ατσάλινος
- (μτφ.) αυτός που έχει πολύ μεγάλη αντοχή, συνών. ατσαλένιος.
Ετυμολογία
< χάλυψ, γεν. χάλυβδ(ος) + -ινος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χαλύβδινος», σ. 909. https://navalhistory.gr/lexiko/χαλυβδινοσ/