navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ατσαλώνω

ατσαλώνω

ρ. [μετβ.]

  1. μετατρέπω ορυκτό σίδηρου και άνθρακα σε ατσάλι, χαλυβώνω
  2. επικαλύπτω με ατσάλι επιφάνεια, 3. (μτφ.) κάνω κάτι ισχυρό και ανθεκτικό σαν το ατσάλι.

Ετυμολογία

< ατσάλ(ι) + [καταλ.] -ώνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατσαλώνω», σ. 133. https://navalhistory.gr/lexiko/ατσαλωνω/