ατσαλώνω
ρ. [μετβ.]
- μετατρέπω ορυκτό σίδηρου και άνθρακα σε ατσάλι, χαλυβώνω
- επικαλύπτω με ατσάλι επιφάνεια, 3. (μτφ.) κάνω κάτι ισχυρό και ανθεκτικό σαν το ατσάλι.
Ετυμολογία
< ατσάλ(ι) + [καταλ.] -ώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατσαλώνω», σ. 133. https://navalhistory.gr/lexiko/ατσαλωνω/