εκγλύφανο
το, ουσ.
(εργαλ.) κυλινδρικό ή κωνικό μεταλλικό κοπτικό εργαλείο, που χρησιμοποιείται για σκάλισμα διαφόρων επιφανειών, συνών. φρέζα.
Ετυμολογία
< εκ- + γλύφανο.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εκγλύφανο», σ. 250. https://navalhistory.gr/lexiko/εκγλυφανο/