φακός
ο, ουσ.
- (φυσ.) γυάλινο, ή από κάποιο άλλο διαφανές υλικό, αντικείμενο με καμπυλωτές επιφάνειες [κυρτές ή κοίλες] ή από συνδυασμό καμπύλης και επίπεδης επιφάνειας, που επιτρέπει τη διάθλαση των διερχόμενων ακτίνων φωτός, (φρ.) «κρυσταλλοειδής / κυρτός / επίπεδος / κοίλος / αμφίκυρτος / επιπεδόκυρτος / αμφίκοιλος / κοιλόκυρτος / μεγεθυντικός / ευρυγώνιος / παραμορφωτικός / πρισματικός / συγκλίνων / αποκλίνων / φωτογραφικός / οπτικός φακός»,
- (ανατ.) μέρος του οφθαλμού που βρίσκεται πίσω από την ίριδα
- μικρός φορητός φανός, που λειτουργεί με μπαταρίες.
Ετυμολογία
< αρχ. φακός < φακή [λόγω του σχήματος που ομοιάζει με τον καρπό].
Παράγωγα
φακοειδής.
Σύνθετα
φακόμετρο, (ιατρ.) φακομαλακία, φακοσκλήρωση, φακοσκόπιο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φακός», σ. 882. https://navalhistory.gr/lexiko/φακοσ/