navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χείλος και χείλι

χείλος

Και: χείλι

το, ουσ.

  1. (ανατ.) α) καθένας από τους δύο μύες στην περιοχή του στόματος, β) τα χείλη, το στόμα
  2. κάθε άκρο ανοίγματος που παραμένει ανοικτό
  3. (μτφ.) α) η άκρη, β) το οριακό σημείο
  4. (φρ.) α) «στο χείλος της αβύσσου ή του γκρεμού ή της καταστροφής ή του αφανισμού ή της χρεοκοπίας», δηλ. στα πρόθυρα της καταστροφής, ή λίγο πριν από την καταστροφή, β) «χείλος δίσκου / προφυσίου / τροχού».

Ετυμολογία

< αρχ. χεῖλος, δωρ. τ. χῆλος, αιολικός τ. χέλλος, τό.

Παράγωγα

χειλικός, χειλίτιδα.

Σύνθετα

επιχείλιος, δίχειλος, λαγωχειλία, ξέχειλος, χειλεοπλαστική, χειλοδοντικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χείλος και χείλι», σ. 913. https://navalhistory.gr/lexiko/χειλοσ-και-χειλι/