φάκελος
ο, και φάκελο, το, ουσ.
- χάρτινη συσκευασία για την αποστολή επιστολών
- πλαστική θήκη για τη φύλαξη εγγράφων
- το σύνολο των στοιχείων που αφορούν την πολιτική δραστηριότητα του πολίτη σε καιρούς αντιδημοκρατικούς.
Ετυμολογία
< αρχ. < αρχ. φάκελος [= δέσμη, δέμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φάκελος», σ. 882. https://navalhistory.gr/lexiko/φακελοσ/