navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φάκα

φάκα

η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

φάκα, εικόνα από το έντυπο

●

  1. α) πρόχειρος μηχανισμός για τη σύλληψη θηράματος, β) μικρός μηχανισμός παγίδευσης ποντικιού που ομοιάζει με μικρό κλουβί, ποντικοπαγίδα
  2. (φρ.) «πιάστηκε στη φάκα», συνελήφθη εξ απροόπτου για κάτι το παράνομο που πραγματοποίησε χωρίς να έχει τη δυνατότητα διαφυγής, σύλληψη επ’ αυτοφώρω.

Ετυμολογία

< τουρκ. fak [= παγίδα, ποντικοπαγίδα] < αραβικής προέλευσης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φάκα», σ. 882. https://navalhistory.gr/lexiko/φακα/