φαιός
ή και -ά, -ό, επίθ.
- αυτός που έχει σκούρο χρώμα, συνών. μουντός
- [ως ουσ.] σταχτής, γκρίζος
- (φρ.) «φαιά ουσία», ουσία του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού.
Ετυμολογία
< αρχ. φαιός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φαιός», σ. 882. https://navalhistory.gr/lexiko/φαιοσ/