φαινόμενο
το, [μτχ. του ρ. φαίνομαι, ως ουσ.]
- καθετί που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας
- κάθε μεταβολή που συντελείται στη φύση, στην κοινωνία ή στη ζωή των ανθρώπων, (φρ.) «φυσικά / υπερφυσικά / μετεωρολογικά / καιρικά φαινόμενα», (έκφρ.) «τα φαινόμενα απατούν».
Ετυμολογία
< αρχ. φαινόμενον, [για τη 2η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. phénomène ή γερμ. Ρhänomen < αρχ. φαινόμενον.
Παράγωγα
φαινομενικός.
Σύνθετα
φαινομενοκρατία, φαινομενολογία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φαινόμενο», σ. 882. https://navalhistory.gr/lexiko/φαινομενο/