navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φαινόμενο

φαινόμενο

το, [μτχ. του ρ. φαίνομαι, ως ουσ.]

  1. καθετί που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας
  2. κάθε μεταβολή που συντελείται στη φύση, στην κοινωνία ή στη ζωή των ανθρώπων, (φρ.) «φυσικά / υπερφυσικά / μετεωρολογικά / καιρικά φαινόμενα», (έκφρ.) «τα φαινόμενα απατούν».

Ετυμολογία

< αρχ. φαινόμενον, [για τη 2η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. phénomène ή γερμ. Ρhänomen < αρχ. φαινόμενον.

Παράγωγα

φαινομενικός.

Σύνθετα

φαινομενοκρατία, φαινομενολογία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φαινόμενο», σ. 882. https://navalhistory.gr/lexiko/φαινομενο/