ύφαλος
ο/η, ουσ.
(γεωλ.) απότομη ανύψωση του θαλάσσιου βυθού που φθάνει ως το ύψος της επιφάνειας της θάλασσας και αποτελεί τεράστιο κίνδυνο για τα σκάφη, συνών. ξέρα, (φρ.) «κοραλλιογενής / κοραλλιοφόρος / μονήρης / αχαρτογράφητος / ύφαλος».
Ετυμολογία
< αρχ. επίθ. ὕφ-αλος, -ον [= υποθαλάσσιος] < ὑφ- (< υπό) + [γεν.] -αλος < ἅλς [= θάλασσα].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ύφαλος», σ. 879. https://navalhistory.gr/lexiko/υφαλοσ/