ύπνος
ο, ουσ.
- περιοδική λειτουργική κατάσταση νάρκης του σώματος
- (μτφ.) κατάσταση αδράνειας
- (μυθολ.) [ως κύρ. όν.:] ο Ύπνος, προσωποποίηση του ύπνου
- (φρ.) «χειμέριος ύπνος», η χειμερία νάρκη, «αιώνιος ύπνος», ο θάνατος, «νόσος του ύπνου», θανατηφόρος λοιμώδης ασθένεια, «κοιμάμαι τον ύπνο του δικαίου», κοιμάμαι ήσυχα ή ζω με αδιάφορο τρόπο για τα τεκταινόμενα, «βλέπω στον ύπνο μου», ονειρεύομαι.
Ετυμολογία
< αρχ. ὕπνος
Παράγωγα
υπναλέος, υπνιάζω, υπνώνω, [= αποκοιμίζω], υπνώδης, υπναράς, υπνιάρης.
Σύνθετα
υπνόσακος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ύπνος», σ. 870. https://navalhistory.gr/lexiko/υπνοσ/