navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Υ › ύπνος

ύπνος

ο, ουσ.

  1. περιοδική λειτουργική κατάσταση νάρκης του σώματος
  2. (μτφ.) κατάσταση αδράνειας
  3. (μυθολ.) [ως κύρ. όν.:] ο Ύπνος, προσωποποίηση του ύπνου
  4. (φρ.) «χειμέριος ύπνος», η χειμερία νάρκη, «αιώνιος ύπνος», ο θάνατος, «νόσος του ύπνου», θανατηφόρος λοιμώδης ασθένεια, «κοιμάμαι τον ύπνο του δικαίου», κοιμάμαι ήσυχα ή ζω με αδιάφορο τρόπο για τα τεκταινόμενα, «βλέπω στον ύπνο μου», ονειρεύομαι.

Ετυμολογία

< αρχ. ὕπνος

Παράγωγα

υπναλέος, υπνιάζω, υπνώνω, [= αποκοιμίζω], υπνώδης, υπναράς, υπνιάρης.

Σύνθετα

υπνόσακος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ύπνος», σ. 870. https://navalhistory.gr/lexiko/υπνοσ/