navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Υ › υποβαθμίζω

υποβαθμίζω

ρ. [μετβ.]

  1. υποβιβάζω [δες λ.]
  2. (μτφ.) μειώνω τη σημασία κάποιου γεγονότος.

Ετυμολογία

< υπό + βαθμίζω < βαθμ(ός) + [καταλ.] -ίζω.

Παράγωγα

υποβάθμιση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υποβαθμίζω», σ. 870. https://navalhistory.gr/lexiko/υποβαθμιζω/