υποβαθμίζω
ρ. [μετβ.]
- υποβιβάζω [δες λ.]
- (μτφ.) μειώνω τη σημασία κάποιου γεγονότος.
Ετυμολογία
< υπό + βαθμίζω < βαθμ(ός) + [καταλ.] -ίζω.
Παράγωγα
υποβάθμιση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υποβαθμίζω», σ. 870. https://navalhistory.gr/lexiko/υποβαθμιζω/