τυχαίος
-α, -ο, επίθ.
- αυτός που γίνεται ή προκύπτει κατά τύχη, συμπτωματικός, αντών. σκόπιμος
- [ως ουσ.] το τυχαίο, το απρόβλεπτο στοιχείο της ζωής
- (μτφ.) ασήμαντος.
Ετυμολογία
< μτγν. τυχαῖος.
Επιρρήματα
τυχαία και τυχαίως [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τυχαίος», σ. 857. https://navalhistory.gr/lexiko/τυχαιοσ/