navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τυχαίος

τυχαίος

-α, -ο, επίθ.

  1. αυτός που γίνεται ή προκύπτει κατά τύχη, συμπτωματικός, αντών. σκόπιμος
  2. [ως ουσ.] το τυχαίο, το απρόβλεπτο στοιχείο της ζωής
  3. (μτφ.) ασήμαντος.

Ετυμολογία

< μτγν. τυχαῖος.

Επιρρήματα

τυχαία και τυχαίως [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τυχαίος», σ. 857. https://navalhistory.gr/lexiko/τυχαιοσ/