τσαπραζολόγος
ο, ουσ.

(εργαλ.) εργαλείο κατάλληλο για την επισκευή των δοντιών παραδοσιακού πριονιού: α) είδος πένσας με ρεγουλατόρο για τη ρύθμιση του βάθους κοπής και της γωνίας, ή β) λαμάκι με την ίδια χρηστικότητα, γ) πριονωτή λάμα για αγροτικές καλλιέργειες, δ) συσκευή, με αυτόματο μηχανισμό, για τη ρύθμιση των δοντιών πριονοκορδέλας.
Ετυμολογία
< τσαπράζ(ι) -ο- + λόγος < λέγω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσαπραζολόγος», σ. 851. https://navalhistory.gr/lexiko/τσαπραζολογοσ/