navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τροχίζω

τροχίζω

ρ. [μετβ.]

  1. ακονίζω με τροχό ή με ακόνι [= είδος σκληρής πέτρας], μαχαίρι, ψαλίδι κ.λπ.
  2. (μτφ.) εξασκώ το μυαλό.

Ετυμολογία

< τροχ(ός) + -ίζω.

Παράγωγα

τρόχιση, τρόχισμα, τροχιστής, τροχιστικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τροχίζω», σ. 849. https://navalhistory.gr/lexiko/τροχιζω/