τροχίζω
ρ. [μετβ.]
- ακονίζω με τροχό ή με ακόνι [= είδος σκληρής πέτρας], μαχαίρι, ψαλίδι κ.λπ.
- (μτφ.) εξασκώ το μυαλό.
Ετυμολογία
< τροχ(ός) + -ίζω.
Παράγωγα
τρόχιση, τρόχισμα, τροχιστής, τροχιστικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τροχίζω», σ. 849. https://navalhistory.gr/lexiko/τροχιζω/