τέμνω
ρ. [μετβ.]
- κόβω
- (γεωμ.) συναντώ ή διέρχομαι.
Ετυμολογία
< αρχ. τέμνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τέμνω», σ. 824. https://navalhistory.gr/lexiko/τεμνω/
Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τέμνω
ρ. [μετβ.]
< αρχ. τέμνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τέμνω», σ. 824. https://navalhistory.gr/lexiko/τεμνω/