navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τέμνω

τέμνω

ρ. [μετβ.]

  1. κόβω
  2. (γεωμ.) συναντώ ή διέρχομαι.

Ετυμολογία

< αρχ. τέμνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τέμνω», σ. 824. https://navalhistory.gr/lexiko/τεμνω/