τέλα
η, ουσ.
- είδος γάζας που είναι κατάλληλη για βιβλιοδεσία
- μεταλλικό είδος πλέγματος, τελάρο.
Ετυμολογία
< αγνώστου ετύμου, ίσως από το tela [= αργαλειός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τέλα», σ. 822. https://navalhistory.gr/lexiko/τελα/