τάπα
η, ουσ.

- πώμα, καπάκι, βούλωμα, κυρίως, από φελλό, βύσμα
- (σκωπτ.) ο κοντός άνθρωπος.
Ετυμολογία
< γαλλ. tape < taper [= βουλώνω].
Παράγωγα
ταπώνω, τάπωμα, τάπας.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τάπα», σ. 820. https://navalhistory.gr/lexiko/ταπα/