σώος
-α, -ο, επίθ.
- πρόσωπο που έχει ξεπεράσει επικίνδυνες καταστάσεις χωρίς να πάθει κακό, αρτιμελής
- για κάτι που έχει μείνει ανέπαφο, ακέραιο, άβλαβος, αντών. χαλασμένος.
Ετυμολογία
< αρχ. σῷος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σώος», σ. 816. https://navalhistory.gr/lexiko/σωοσ/