navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σώος

σώος

-α, -ο, επίθ.

  1. πρόσωπο που έχει ξεπεράσει επικίνδυνες καταστάσεις χωρίς να πάθει κακό, αρτιμελής
  2. για κάτι που έχει μείνει ανέπαφο, ακέραιο, άβλαβος, αντών. χαλασμένος.

Ετυμολογία

< αρχ. σῷος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σώος», σ. 816. https://navalhistory.gr/lexiko/σωοσ/