σώζω
ρ. [μετβ.]
- διασώζω από τον θάνατο, κρατώ κάποιον στη ζωή, γίνομαι ο σωτήρας του
- [για πράγματα] διασφαλίζω, διαφυλάσσω, διατηρώ κάτι ασφαλές
- φυλάσσω, τηρώ, εφαρμόζω τους νόμους
- συγκρατώ, διατηρώ στη μνήμη μου, θυμάμαι.
Ετυμολογία
< αρχ. σῴζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σώζω», σ. 815. https://navalhistory.gr/lexiko/σωζω/