navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σώζω

σώζω

ρ. [μετβ.]

  1. διασώζω από τον θάνατο, κρατώ κάποιον στη ζωή, γίνομαι ο σωτήρας του
  2. [για πράγματα] διασφαλίζω, διαφυλάσσω, διατηρώ κάτι ασφαλές
  3. φυλάσσω, τηρώ, εφαρμόζω τους νόμους
  4. συγκρατώ, διατηρώ στη μνήμη μου, θυμάμαι.

Ετυμολογία

< αρχ. σῴζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σώζω», σ. 815. https://navalhistory.gr/lexiko/σωζω/